Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2007

Ο κυριος χοντρος.

Είναι ο χοντρός κύριος με την καμπαρντίνα. Μιλάει πολύ αυστηρά. Λοιπόν, φαίνεται ότι η καμπαρντίνα πάει πάντα με αγριάδα. Κι ο κύριος Ευάγγελος, ο παλιός διευθυντής του σχολείου μας, και άγριος ήτανε και καμπαρντίνα φόραγε. Μας είχε έρθει από την Αθηνα. "Εξ Αθηνών" έλεγε ο ίδιος. Και επέμενε να τον λέμε "κύριο Ευάγγελο" κι όχι κύριο Βαγγέλη. Ευτυχώς έκατσε ένα χρόνο και μετά πήρε σύνταξη κι έφυγε.

Είμαστε μπροστά σ' ένα μεγάλο ψυγείο κι έναν πάγκο. Μια κυρία με άσπρη ποδιά πουλάει κρέατα. Πρώτη φορά βλέπω γυναίκα - χασάπη. Και τι δεν πουλάει. Κοτόπουλα Χαλκίδος, χοιρινά, αρνιά, κατσίκια, κουνέλια... Τα διαβάζω στα χαρτιά που κρέμονται παντού.

"'Ενα κιλό κατεψυγμένο κιμά", λέει ο πατέρας.

Αφού δε μας είπε η μάνα μου κιμά... Τέλος πάντων, ξέρει εκείνος...

"Να τα λάδια, πατέρα! 'Εχει και ξίδι δίπλα και αλάτια. Η μάνα δε μας είπε ξίδι κι αλάτι, γιατί θα το ξέχασε. Δεν παίρνουμε;"

"Ναι, βέβαια", λέει ο πατέρας.

Βάζουμε στο καλάθι ένα σακουλάκι αλάτι και ένα μπουκάλι ξίδι. Μπροστά μας είναι μια βιτρίνα με σαλάμια. Εγώ νόμιζα ότι σαλάμι είναι μόνο η μορταδέλα. 'Η το ζβαν, το ζαμπονάκι. Εδώ όμως πίσω από το τζάμι έχει πενήντα ειδών σαλάμια, που λέει ο λόγος. Πιο κόκκινα, με μικρά ασπράκια, με ζουπηχτές ελιές μέσα, ζαμπόν μεγάλα, λουκάνικα μεγάλα, πιο μικρά σε διχτάκια. Μώρη, περνάνε καλά στην Αθήνα!... Καλά το 'λεγα εγώ...

Ο πατέρας έχει προχωρήσει στη βιτρίνα με τα τυριά. 'Αλλο τούτο!... Υπάρχουν κι άλλα τυριά εκτός απ' τη μυτζήθρα, τη φέτα, το κεφαλίσιο και το κασέρι; Κι εγώ που νόμιζα ότι τα ήξερα όλα... Κοίτα δω τυριά... 'Ενα όμως τους έχει μουχλιάσει κι αυτοί το πουλάνε...

"'Ενα τέταρτο φέτα, λέει ο πατέρας. Την ξέχασε τη φέτα η μάνα σου", μου λέει και μου κλείνει το μάτι.

Βάλαμε τη φέτα στο καλάθι και τώρα ψάχνουμε να βρούμε το ρύζι και τη ζάχαρη. Σε κάτι ράφια έχει μακαρόνια και δίπλα ρύζια. Ποιο απ' όλα να πάρουμε; Κοιταζόμαστε με τον πατέρα. Παίρνουμε ένα πακέτο πράσινο, παίρνουμε και ένα πακέτο μακαρόνια. Λίγο παρακάτω έχει χιλιάδες γάλατα. Σ' έναν πάγκο πακέτα, χιλιάδες πακέτα ζάχαρη. Παίρνουμε και ένα πακέτο ζάχαρη και προχωράμε. Τώρα κάνει μια στροφή το μαγαζί και μας φέρνει μπροστά σε ράφια με πορτοκαλάδες, λεμονάδες, μπίρες, κρασιά. Πουθενά δε βλέπουμε ντομάτα πελτέ. Ρωτάμε μια κοπέλα με γαλάζια ποδιά.

"Τις περάσατε τις ντομάτες, μας λέει και σαν να μας μαλώνει. Δίπλα στα μακαρόνια είναι."

Δεν υπάρχουν σχόλια: