Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2007

Γυριζουμε παλι...

Γυρίζουμε πάλι. Πραγματικά δίπλα στα ράφια των μακαρονιών έχει ντομάτες. Ντοματάκια ξεφλουδισμένα, ντοματάκια ολόκληρα, ντοματοχυμό, με διάφορα ξένα γράμματα. Πού είναι ο πελτές; Κοιταζόμαστε με τον πατέρα.. Δίπλα μας μια κυρία ψωνίζει. Παίρνει ένα κουτί κόκκινο. Παίρνουμε κι εμείς ένα το ίδιο. Για να το παίρνει η κυρία, καλό θα είναι. Τελειώσαμε πια.

Τώρα θα πάμε στο ταμείο να πληρώσουμε, όπως μας είπε η Μαρία. Το βρίσκουμε το ταμείο, αφού περάσουμε κι άλλα ράφια, χωρίς όμως να σταθούμε καθόλου. Στο ταμείο στεκόμαστε πίσω από έναν κύριο. Μπροστά είναι μια κοπέλα. Ακουμπάνε τα καλάθια τους δίπλα στο ταμείο. Η κοπέλα με τη γαλάζια ποδιά, που κάθεται στο ταμείο, βγάζει ένα ένα τα πράγματα, πατάει κάτι κουμπιά και λέει 986,50 δραχμές. 'Εχει αγοράσει δυο μπουκάλια κρασί και χαρτί του καμπινέ. Ξεχάσαμε το χαρτί του καμπινέ. Τώρα;... Το λέω του πατέρα.

"Πάω να φέρω, λέει ο πατέρας. Εσύ κάτσε να φυλάς το καλάθι."

Ο κύριος μπροστά τελείωσε. Πλήρωσε, πήρε τα πράγματά του κι έφυγε. Εγώ τώρα τι να κάνω; Ο πατέρας δε φαίνεται πουθενά. Η κυρία πίσω μου με σπρώχνει.

"Προχώρα, παιδάκι μου. Τι στήθηκες εκεί; Εσένα θα περιμένουμε;"

Να σου πάλι ο χοντρός κύριος με την καμπαρντίνα.

"Τι συμβαίνει; Γιατί καθυστερείτε; Τι κάνεις εκεί, μικρή;"

"Ο πατέρας μου... πάει να φέρει χαρτί..."

Φοβάμαι τον κύριο με την καμπαρντίνα.

"Βάλε το καλάθι πάνω Στέλλα, κάνε το λογαριασμό..."

Κι αν όταν τελειώσει η Στέλλα δεν έχει έρθει ο πατέρας; Τι θα μου κάνει τότε ο κύριος;

"642,20", λέει η Στέλλα και σπρώχνει τα πράγματα στην άλλη κοπέλα που τα βάζει σε σακούλες... Τώρα τι γίνεται;...

"Κι αυτό", φωνάζει ο πατέρας καθώς έρχεται. Και δείχνει το χαρτί του καμπινέ.

Ποπό! Ντροπή... Τώρα όλοι μας κοιτάνε. Ξέρουνε ότι σκουπίζουμε τον πισινό μας. Βέβαια όλοι τον σκουπίζουνε. Αλλά αυτοί τώρα ξέρουνε ότι εμείς τον σκουπίζουμε μ' αυτό το χαρτί.

"654,70", λέει η Στέλλα.

Ο πατέρας βγάζει το φάκελο με τα λεφτά μας, παίρνει ένα χιλιάρικο και το δίνει στη Στέλλα. Βάζει τα ρέστα πάλι στο φάκελο, παίρνουμε τις δυο σακούλες και βγαίνουμε.

Πολύ ωραία ήτανε στο σούπερ - μάρκε. Είχε χιλιάδες πράγματα.

Αν δεν ήταν κι ο χοντρός κύριος με την καμπαρντίνα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: